Νίκος Χουντής, ευρωβουλευτής Λαϊκής Ενότητας

05/05/2012 Ευθύνες πολιτικών προσώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Στην Ελλάδα γίνεται μεγάλη συζήτηση για την πρόταση του κυβερνώντος κόμματος να αρχίσει τις διαδικασίες Εξεταστικής Επιτροπής (διαδικασία η οποία, υπό προϋποθέσεις, οδηγεί σε αναζήτηση ευθυνών πολιτικών προσώπων) με αφορμή καταγγελία της Επιτροπής ότι η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία «μαγείρευε» τα στοιχεία που είχαν σχέση με το δημόσιο χρέος της χώρας.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι:
—     η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED) και η αρμόδια Επιτροπή Τίτλων και Συναλλαγών (SEC) έχουν ήδη ξεκινήσει έρευνα για τα συμβόλαια που σχετίζονται με το ελληνικό δημόσιο χρέος και την αμερικάνικη τράπεζα Goldman Sachs, τα οποία μείωναν με τεχνικό τρόπο το χρέος της Ελλάδας
—     σύμφωνα με άρθρο της εφημερίδας Μοντ στις 2.3.2010, πρώην Επίτροποι της ΕΕ και πρώην στελέχη της ΕΚΤ κατέχουν σήμερα σημαντικές θέσεις στην επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs
—     έχει εξαιρετική σημασία η διερεύνηση του γεγονότος για το τι ακριβώς γνώριζαν οι πολιτικοί προϊστάμενοι των αρμόδιων υπηρεσιών της Κομισιόν για τη γενικευμένη χρήση χρηματοοικονομικών προϊόντων απόκρυψης χρέους από την Ελλάδα και άλλες χώρες της ΕΕ, διότι υπάρχουν ισχυρισμοί ότι συνέπρατταν δια πράξεων ή παραλείψεων στην απόκρυψη σημαντικών στοιχείων για την εικόνα του δημόσιου χρέους των χωρών

ερωτάται η Επιτροπή:

Μπορεί να βεβαιώσει ότι τουλάχιστον τα εν ενεργεία μέλη της θα παραστούν στις νομικές διαδικασίες που θα λάβουν χώρα στην Ελλάδα ή και αλλού, για τη διερεύνηση αυτών των ευθυνών, εφόσον τους ζητηθεί από τις αρμόδιες αρχές; Ποιες διαδικασίες προβλέπονται στην περίπτωση αναζήτησης ευθυνών πολιτικών προϊσταμένων της Επιτροπής και της ΕΚΤ;



Aπάντηση:

Απάντηση του κ. Šefčovič εξ ονόματος της Επιτροπής

Υπάλληλος ή πρώην υπάλληλος που καλείται να καταθέσει στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας σχετικά με την εργασία του οφείλει να ζητήσει προηγουμένως άδεια από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η άδεια αυτή δίνεται υποχρεωτικά, εκτός εάν τα συμφέροντα της Ένωσης αιτιολογούν σχετική άρνηση(1).

Ως εκ τούτου, κάθε αίτημα που υποβάλλεται είτε απ’ευθείας από τον υπάλληλο είτε από εθνική δικαστική αρχή, εξετάζεται, για κάθε υπόθεση χωριστά, από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Οι περιπτώσεις άρνησης είναι εντελώς εξαιρετικές και δεν έχει σημειωθεί κανένα τέτοιο περιστατικό κατά τα τελευταία έτη.

Όταν υπάλληλοι της Επιτροπής κληθούν να καταθέσουν εγγράφως ή προφορικά, εμπιστευτικά ή μη, ενώπιον εθνικής κοινοβουλευτικής επιτροπής κάποιου κράτους μέλους, πρέπει να έχουν λάβει άδεια από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής και να ακολουθούν τις σχετικές εσωτερικές διαδικασίες. Η παρούσα κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί παρόμοια προς εκείνη της κατάθεσης μετά από κλήτευση δικαστηρίου – πρόκειται για παρόμοια αποκάλυψη μη κοινοποιηθεισών προηγουμένως πληροφοριών, τα όργανα υπέχουν αντίστοιχη υποχρέωση συνεργασίας με τους σχετικούς φορείς, και αυτού του είδους οι επιτροπές μπορεί να έχουν εξουσία κλήτευσης μαρτύρων παρόμοια προς την εξουσία που διαθέτουν τα δικαστήρια.

Τα μέλη της Επιτροπής δεν υπόκεινται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της. Αν κληθούν να καταθέσουν εγγράφως ή προφορικά σε εθνική κοινοβουλευτική επιτροπή, εμπιστευτικά ή μη, είναι, με την επιφύλαξη της εχεμύθειας που οφείλεται στις συνεδριάσεις της Επιτροπής, ελεύθερα να το πράξουν κατά τη διακριτική τους ευχέρεια. Προς τήρηση της αρχής της συλλογικής ευθύνης, προβλέπεται ότι η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται κάθε φορά που ένα από τα μέλη της καταθέτει ενώπιον κοινοβουλευτικής επιτροπής κράτους μέλους.

(1)    Το άρθρο 19 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίζει: «Ο υπάλληλος δεν δύναται να προβάλλει ενώπιον δικαστικής αρχής για οποιονδήποτε λόγο διαπιστώσεις που έκανε λόγω της ασκήσεως των καθηκόντων του, χωρίς την άδεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Η άδεια αυτή χορηγείται μόνο αν τούτο απαιτείται από τα συμφέροντα των Κοινοτήτων και αν η άρνηση της αδείας αυτής δύναται να έχει ποινικές συνέπειες σε βάρος του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου. Ο υπάλληλος υπόκειται στην υποχρέωση αυτή ακόμη και μετά την λήξη των καθηκόντων του».